Παρόλο που το άγχος ενός αποχωρισμού είναι ένα φαινόμενο σχετικά συχνό έως και αναμενόμενο στα βρέφη και τα νήπια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το συναίσθημα αυτό δεν είναι και το πιο κατάλληλο ή αναμενόμενο σε παιδία μεγαλύτερης ηλικίας ή και εφήβους. Σε τέτοιες περιπτώσεις τα συμπτώματα πιθανά αποτελούν δείγματα αγχώδους διαταραχής αποχωρισμού. Αλλά για να φτάσουμε σε μία τέτοια διάγνωση, τα επίπεδα του άγχους ή του φόβου θα πρέπει να προκαλούν τόσο δυσφορία αλλά και μείωση της λειτουργικότητας στο κοινωνικό, ακαδημαϊκό και εργασιακό περιβάλλον και η διάρκειά να είναι περισσότερο από έναν μήνα τουλάχιστον, σύμφωνα πάντα με το DSM-IV. Τα παιδιά που υποφέρουν από άγχος αποχωρισμού συνήθως γραπώνονται από τον γονιό και έχουν ιδιαίτερο πρόβλημα να πέσουν για ύπνο μόνα τους το βράδυ. Οι σκέψεις που περνάνε από το μυαλό τους κάθε φορά που ο γονιός θα πρέπει να απουσιάζει από το σπίτι είναι ότι μπορεί να εμπλακεί σε κάποιο ατύχημα ή ότι θα αρρωστήσει βαριά ή οτι με κάποιο τρόπο θα χαθεί από τη ζωή του παιδιού για πάντα. Δεν είναι όμως μόνο αυτό, συνήθως η επιθυμία να είναι μαζί με το γονέα ή να παραμένουν σπίτι μαζί (ασφαλής χώρος) δημιουργεί νέες δυσκολίες. Πιο συγκεκριμένα στην παρακολούθηση των σχολικών ή αθλητικών δραστηριοτήτων, ή να παραμείνουν σε ένα φιλικό σπίτι ή να μείνουν ακόμα και μόνα τους σε ένα δωμάτιο. Έχει παρατηρηθεί ότι το άγχος αποχωρισμού μπορεί να προκαλέσει ζαλάδα, ναυτία ή και ταχυπαλμία.
Επιπροσθέτως, η αγχώδης διαταραχή αποχωρισμού συνδέεται συχνά με συμπτώματα κατάθλιψης, όπως η μελαγχολία, η απόσυρση, η απάθεια και η δυσκολία συγκέντρωσης, ενώ κοινό φόβο αποτελεί σε αυτά τα παιδιά η σκέψη ότι είτε αυτά είτε κάποιο μέλος της οικογένειάς τους μπορεί να πεθάνει. Συχνά στα πιο μικρά παιδιά παρατηρούνται εφιάλτες ή φόβοι για την ώρα του ύπνου.
Γεγονός αποτελεί ότι το 4% των παιδιών και των νεαρών εφήβων υποφέρουν από αγχώδη διαταραχή αποχωρισμού. Και σύμφωνα με τα τελευταία αποτελέσματα, από παιδιά τα οποία φτάνουν στη θεραπεία το ποσοστό είναι ίδιο ανάμεσα σε αγόρια και κορίτσια, παρότι σύμφωνα με το DSM-IV σε στατιστικό δείγμα η διαταραχή φαίνεται να είναι πιο κοινή στα κορίτσια απ ότι στα αγόρια. Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί πως η διάγνωση είναι πολύ υψηλή σε παιδιά που ζουν σε γειτονιές επικίνδυνες και που έχουν πραγματικούς λόγους να φοβούνται να αφήσουν το σπίτι τους ή να αποχωριστούν αυτή την ασφάλεια.
Αισιοδοξία όμως φέρνουν οι μετρήσεις που δείχνουν τα ποσοστά ύφεσης της διαταραχής να είναι αρκετά υψηλά. Ωστόσο υπάρχουν περίοδοι που η κατάσταση μπορεί να παρουσιάσει έξαρση. Αρκετές είναι και οι φορές που η διάρκεια της κατάστασης είναι ιδιαίτερα μεγάλη είτε μπορεί να αποτελεί προπομπό για κρίση πανικού με αγοραφοβία. Άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας που υποφέρουν από άγχος αποχωρισμού συχνά παρουσιάζουν δυσκολία στο να μετακομίσουν από κάποιο μέρος, ή να παντρευτούν ή και να δεσμευθούν σοβαρά με έναν άνθρωπο γιατί στο αντίποδα αυτής της κατάστασης υπάρχει πάντα ο φόβος του αποχωρισμού από τα παιδιά ή το σύντροφο.
Οι αιτίες της διαταραχής αποχωρισμού δεν είναι ακόμη γνωστές παρ ότι κάποιοι παράγοντες έχουν αναγνωρισθεί ως βασικοί για την πυροδότηση της. Παιδιά που φαίνεται να επηρεάζονται από τη διαταραχή είναι παιδιά που προέρχονται από οικογένειες που έχουν ισχυρούς δεσμούς. Η διαταραχή μπορεί να δημιουργηθεί μετά από κάποιο σοβαρό στρεσογόνο γεγονός όπως ο θάνατος ή κάποια σοβαρή ασθένεια μέσα στην οικογένεια. Τραυματικές εμπειρίες όπως η σωματική ή η σεξουαλική κακοποίηση μπορεί επίσης να σηματοδοτήσει την αρχή της διαταραχής. Χωρίς βέβαια να μπορούμε να καθορίσουμε με ακρίβεια τους γενετικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες εμπλοκής, η διαταραχή ωστόσο φαίνεται να στηρίζεται στο οικογενές σύστημα.
