Στις μέρες μας ο όρος σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας είναι κάτι για το οποίο γίνεται πολύς λόγος.
Το κυριότερο στοιχείο της διάγνωσης είναι η ασυνήθιστη ένταση, με την οποία παρουσιάζεται, ας μη ξεχνάμε ότι παιδιά αυτής της ηλικιακής ομάδας παρουσιάζουν μια φυσιολογική κινητικότητα αλλά και απόσπαση της προσοχής τους,
Η διάγνωση του συνδρόμου αφορά παιδιά προσχολικής και σχολικής ηλικίας τα οποία παρουσιάζουν προβλήματα συμπεριφοράς και μάθησης, με ή χωρίς υπερκινητικότητα και απόσπαση της προσοχής. Το σύνδρομο αυτό δημιουργεί μείωση κοινωνικής και εκπαιδευτικής λειτουργικότητας, πιο συχνά διαπιστώνεται στα παιδιά σχολικής ηλικίας τα οποία δεν μπορούν να «μάθουν» στο σχολείο.
Αιτιολογία Επιδημιολογία
Προς το παρόν, το Σύνδρομο είναι αγνώστου αιτιολογίας, αν και έχει παρατηρηθεί να σχετίζεται με βιολογικούς-προγεννητικούς παράγοντες, ( λοιμώξεις ή χρήση ουσιών από την μητέρα )όπως και σε κοινωνικούς, δηλαδή σε παιδιά με ιστορικό παραμέλησης, κακοποίησης ή προέρχονται από γονείς, που δεν είναι συνειδητοποιημένοι στην άσκηση του ρόλου τους.
θα αναφέραμε πως 1 στα 100 παιδιά προσβάλλονται από το οικογενές σύνδρομο, ηλικίας κάτω των 11 ετών ενώ η συχνότητα είναι τριπλάσια στα αγόρια απ ότι στα κορίτσια.
Μέτρηση , Διάγνωση και Αξιολόγηση του συνδρόμου
Είναι απαραίτητη η αξιολόγηση της συμπεριφοράς του παιδιού τόσο στο σπίτι όσο και στο σχολείο.
Τα περισσότερα παιδιά με αυτό το σύνδρομο, παρουσιάζουν συμπτώματα τόσο διάσπασης προσοχής αλλά και υπερκινητικότητας. Στην πρώτη περίπτωση πολλές περιπτώσεις γίνονται αντιληπτές από τους γονείς ή τους δασκάλους και τους ψυχολόγους όταν τα παιδιά παρουσιάζουν υπερκινητικότητα, είναι παρορμητικά, αφηρημένα και λειτουργούν με ένα τρόπο απροσάρμοστο και προκλητικό.
Κάθε σύμπτωμα (ελλειμματική προσοχή, υπερκινητικότητα) πρέπει να υπάρχει και να επιμένει τουλάχιστον για ένα διάστημα έξι μηνών και περισσότερο και να εμφανίζεται σε διάφορες εκφάνσεις της ζωής του παιδιού.
Οι ψυχολόγοι που ασχολούνται με τη διαχείριση της διαταραχής επικεντρώνονται πρωταρχικά στο πώς η διαταραχή επηρεάζει τη συμπεριφορά και τη μάθηση και στο τι μπορεί να γίνει για τη βελτίωση αυτής της κατάστασης. Αξιολογούν την επίδραση και τα αποτελέσματά της στην οικογένεια και ενισχύουν τους γονείς ή τους κηδεμόνες στο πώς να διαχειρίζονται το παιδί.
Μεγάλη είναι και η διαμάχη αναφορικά με τους καταλληλότερους τρόπους μέτρησης του συνδρόμου. Οι ψυχολόγοι χρησιμοποιούν βαθμίδες κατηγοριοποίησης, ερωτηματολόγια και άλλα τεστ για να συλλέξουν πληροφορίες από το παιδί, τους γονείς ή τους κηδεμόνες και τους δασκάλους (τόσο στο σπίτι όσο και στην τάξη). Η παρατήρηση της συμπεριφοράς ενός παιδιού συνήθως λαμβάνεται συμπληρωματικά υπόψη στα τεστ. Τα γνωσιακά τεστ της προσοχής και της επιρροής στη μνήμη και στη μάθηση μπορούν να λειτουργήσουν βοηθητικά στην οριοθέτηση και ανάλυση τη διαταραχή ελλειμματικής προσοχής.
Άλλες μετρήσεις που χρησιμοποιούνται από ψυχολόγους συμπεριλαμβάνουν τεστ IQ , τεστ μάθησης, διαβάσματος και μαθηματικών, κλίμακες οι οποίες αξιολογούν τη συμπεριφορά και την κοινωνική συναναστροφή.
Επίσης συλλέγουν πληροφορίες όπως πληροφορίες για τη γέννηση του παιδιού και την πρώιμη εξέλιξή του, συμπεριλαμβανομένων και άλλων σημαντικών γεγονότων της ζωής όπως τραυματισμοί ή νοσηλείες.
Η επίσημη διάγνωση του συνδρόμου είναι πολύπλοκη.
Υπάρχουν δυο βασικά κριτήρια, ή ομάδες συμπτωμάτων τα οποία συνήθως χρησιμοποιούνται για να κάνουμε διάγνωση τόσο για τα συμπτώματα της ελλειμματικής προσοχής όσο και για τα συμπτώματα της υπερκινητικότητας. Θα θέλαμε να επισημάνουμε εδώ πως η ερευνητική ομάδα του πανεπιστημίου της Βόρειας Καρολίνας υπό την επιτήρηση του Δρ Μπάρκλει, μελέτησαν 760 οικογένειες και κατάληξαν στο συμπέρασμα πως από τη στιγμή που θα εκδηλωθεί η διαταραχή μέχρι την επίσημη διάγνωση (χρόνος αντίληψης από τους γονείς μέχρι να απευθυνθούν σε κάποιον ειδικό και να τεθεί κάποια διάγνωση) περνάνε κατά μέσω όρο δύο χρόνια. Ενώ τονίζεται πως όσο νωρίτερα τεθεί η διάγνωση, τόσο αποτελεσματικότερη θα είναι η θεραπεία, η οποία μπορεί να προλάβει σοβαρά προβλήματα στη μετέπειτα ζωή. Το ανησυχητικό στην ίδια έρευνα είναι πως ενήλικες που λάβανε ελλιπή ή και καθόλου θεραπεία για το ΣΕΠΥ είχανε τριπλάσια εως και πενταπλάσια πιθανότητα να χάσουν τη δουλειά τους ενώ το 75% ήταν διαζευγμένοι. Επίσης το 40% των εφήβων που δεν έλαβαν κάποιου είδους βοήθεια είχανε τουλάχιστον μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη.
Η αξιολόγηση της διάγνωσης του συνδρόμου υπερκινητικότητας και ελλειμματικής προσοχής γίνεται σε πρώτη φάση από κάποιον ειδικό γιατρό όπως για παράδειγμα παιδίατρο ή παιδοψυχίατρο. Είναι επίσης σύνηθες να γίνεται από κάποιον κλινικό παιδοψυχολόγο, κλινικό νευροψυχολόγο ή και από κάποιον αναπτυξιακό ή εκπαιδευτικό ψυχολόγο. Οι κλινικοί νευροψυχολόγοι είναι ίσως αυτοί που κυρίως εμπλέκονται σε περιπτώσεις που παρατηρούνται δυσλειτουργίες του εγκεφάλου ή γνωστικές δυσλειτουργίες.
Ενώ οι ψυχολόγοι εκπαίδευσης και ανάπτυξης εμπλέκονται όταν παρουσιάζονται καταστάσεις δυσκολίας στην εκπαίδευση ή τη μάθηση ή συμπεριφοράς στο σχολικό περιβάλλον. Τέλος οι κλινικοί ψυχολόγοι ασχολούνται με περιπτώσεις προβλημάτων συμπεριφοράς ή συναισθηματικών διαταραχών που αποτελούν το προφανές αποτέλεσμα μιας διαταραχής και πρέπει να συμπεριληφθούν στη θεραπεία ή την παρέμβαση.
Βασικά χαρακτηριστικά
Τα βασικά γνωρίσματα της ελλειμματικής προσοχής :
- αναποτελεσματικότητα στο να παρατηρήσουν λεπτομέρειες και δυσκολία στο να επικεντρώσουν την προσοχή τους σε διάφορα αντικείμενα ή και στο παιχνίδι ακόμα.
- Δεν ακούν όταν απευθύνεστε σε αυτά
- Δεν μπορούν να ακολουθήσουν οδηγίες και συνήθως αποτυγχάνουν στο να ολοκληρώσουν μια δραστηριότητα
- Δυσκολεύονται στην οργάνωση μιας δραστηριότητας ή ενός καθήκοντος
- Είναι απρόθυμα, αποφεύγουν ή εμφανίζουν οκνηρότητα όταν πρέπει να φέρουν σε πέρας δραστηριότητες που απαιτούν επισταμένη πνευματική προσπάθεια.
- Χάνουν αντικείμενα απαραίτητα για την ολοκλήρωση καθηκόντων και δραστηριοτήτων, και
- Αφαιρούνται πάρα πολύ εύκολα.
Τα βασικά γνωρίσματα της υπερκινητικότητας (γνωστή και ως υπερκινητικότητα-παρορμητικότητα) :
- Νευρικές κινήσεις με τα χέρια ή τα πόδια και στριφογύρισμα στην καρέκλα τους .
- Σηκώνονται από τη θέση τους σε καταστάσεις όπου αναμένεται να παραμείνουν καθιστά.
- Τρέχουν και πηδούν ανεξέλεγκτα.
- Δυσκολεύονται στο παιχνίδι ή σε απολαυστικές δραστηριότητες και πάντα βρίσκονται σε κατάσταση εγρήγορσης και φυγής.
- Μιλούν ακατάπαυστα και απαντούν κάτι πριν ολοκληρωθεί η ερώτηση.
- Διακόπτουν πάντα τους άλλους.
- Συχνά διακόπτουν ή επεμβαίνουν όταν μιλούν ή παίζουν οι άλλοι.
- Έχουν εκρήξεις θυμού
- Είναι απαιτητικά, ανυπόμονα και ισχυρογνώμονα
- Το ηθικό τους πέφτει εύκολα, με αντίστοιχη μείωση της αυτοεκτίμησης
- Είναι ευάλωτα στην απόρριψη
- Συχνά συνυπάρχει και διαταραχή διαγωγής
Διαφοροδιάγνωση
Ενώ το σύνδρομο αναγνωρίζεται σαν μια διαταραχή η οποία είναι ξεχωριστή από κάποιες άλλες παιδικές διαταραχές, συχνά συγχέεται με άλλες καταστάσεις όπως η διαταραχή συμπεριφοράς.
Αυτό μπορεί να κάνει δύσκολη τη διάγνωση. Επιπλέον, πολλά από τα συμπτώματα του συνδρόμου δεν είναι μοναδικά στη διαταραχή. Αυτό σημαίνει ότι τα συμπτώματα μπορεί να μην αποτελούν αποκλειστικές ενδείξεις για άλλες παιδικές διαταραχές, συμπεριλαμβανομένων δυσκολιών συμπεριφοράς και μάθησης, εξαιτίας οργανικών και ενδοκρινολογικών προβλημάτων, πιθανού αυτισμού αλλά και εξαιτίας κοινωνικών παραγόντων, όπως είναι ένα άσχημο οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον
Επίσης, άλλες δυσκολίες που σχετίζονται με τη διάγνωση είναι η εξής:
- Τα διαγνωστικά κριτήρια αλλάζουν κατά καιρούς λόγω των νέων δεδομένων.
- Αλλαγές στη διαταραχή καθώς το παιδί μεγαλώνει.
- Διαφορές στις προσδοκίες αναφορικά με τη συμπεριφορά του παιδιού, και
- Το ενδιαφέρον της έρευνας επικεντρώνεται περισσότερο σε παιδιά μικρής ηλικίας, λευκά και μεσαίας τάξης.
Η διάγνωση επίσης επηρεάζεται από την εξέταση των παραγόντων που πιστεύουμε μέχρι σήμερα ότι αποτελούν αιτίες για το σύνδρομο. Στο παρελθόν η έρευνα επικεντρωνόταν στην προσπάθεια εύρεσης μιας επικείμενης δυσλειτουργίας του εγκεφάλου, αλλά πιο πρόσφατα άρχισε να εξετάζει πως οι γνωστικές βλάβες όπως οι δυσκολίες μάθησης και τα προβλήματα μνήμης συνδέονται με τη διαταραχή.
Θεραπεία/παρέμβαση
Οι θεραπείες έχουν ένα ευρύ φάσμα το οποίο περιλαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, εκπαίδευση των γονέων και των δασκάλων καθώς και γνωστική και συμπεριφορική διαχείριση της κατάστασης μέσω διαφόρων προγραμμάτων.
Η φαρμακευτική αγωγή γενικά χρησιμοποιείται σε πιο σοβαρές περιπτώσεις και με σκοπό να βοηθήσουμε το παιδί να επικεντρώνει την προσοχή του. Οι ψυχολογικές θεραπείες κινούνται περισσότερο γύρω από την ανάπτυξη ικανοτήτων και δεξιοτήτων με σκοπό την προσαρμοστική συμπεριφορά στο σχολείο, στο σπίτι αλλά και με τους φίλους. Αυτές οι θεραπείες είναι κατάλληλες σχεδόν για όλες τις περιπτώσεις που αφορούν και επικεντρώνονται στη διαχείριση της συμπεριφοράς και της μάθησης και είναι συγκεκριμένες στο παιδί το γονιό ή όποιον άλλον ενήλικα εμπλέκεται στη διαδικασία ανατροφής του παιδιού.
Το πιο κοινό φάρμακο που χορηγείται σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ένα διεγερτικό όπως το Ριταλίν. Το αυξημένο επίπεδο συνταγογράφησης αυτού του φαρμάκου έχει ανησυχήσει την επιστημονική κοινότητα και έχει συσχετιστεί με την ιδιαίτερη έμφαση που δίνεται στους βιολογικούς παράγοντες του συνδρόμου.
Τι προσφέρουν οι ψυχολόγοι
Μια μέθοδος παρέμβασης με σκοπό τη βελτίωση της συμπεριφοράς παιδιών που έχουν διαγνωστεί με σύνδρομο υπερκινητικότητας και ελλειμματικής προσοχής, είναι η εκπαίδευση των γονέων σχετικά με τη φύση της διαταραχής, και τις τεχνικές αντιμετώπισης της συμπεριφοράς. Οι ψυχολόγοι δημιουργούν προγράμματα που στόχο έχουν τη βοήθεια των γονέων στην κατάλληλη εκπαίδευσή τους. Και αυτό όπως φαίνεται έχει τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα αποτελέσματα. Αυτού του είδους τα προγράμματα μαθαίνουν στους γονείς πώς να θέτουν όρια στα παιδία τους, πώς να προβάλλουν δομημένες συνήθειες, να μεταχειρίζονται την ανυπακοή, τα ξεσπάσματα, και άλλες ενοχλητικές συμπεριφορές.
Οι ψυχολόγοι επίσης προσφέρουν ατομική συμβουλευτική και συγκεκριμένες ψυχολογικές θεραπείες για παιδιά που αντιμετωπίζουν το σύνδρομο. Η συμβουλευτική περιλαμβάνει ενημέρωση για τη συμπεριφορά τους, συζήτηση για θέματα που σχετίζονται με τη φαρμακευτική αγωγή, προσδοκίες για την αποδεκτή συμπεριφορά αλλά και βοήθεια του παιδιού να αποκτήσει επίγνωση και αυτορρύθμιση, όπως επίσης εκπαίδευση σε δεξιότητες για τη βελτίωση της προσοχής και μείωση της παρορμητικότητας. Γνωσιακές συμπεριφορικές τεχνικές βοηθούν τα παιδιά να βελτιώσουν τη συμπεριφορά τους και τις κοινωνικές τους δεξιότητες, τόσο στο σχολείο όσο κα στο σπίτι. Αυτές οι τεχνικές λειτουργούν με την αφύπνιση των παιδιών να σκεφτούν τη συμπεριφορά τους και να αναπτύξουν περισσότερο αποτελεσματικές τεχνικές αυτοελέγχου ώστε να δρουν πιο κατάλληλα. Η ανάπτυξη θεμάτων όπως η αυτοεκτίμηση, το άγχος και οι φιλικές συναναστροφές είναι επίσης βασικά θέματα στη συμβουλευτική.
Εκπαίδευση για τους δασκάλους
Οι δάσκαλοι μπορούν να επωφεληθούν από τέτοιου είδους προγράμματα τα οποία είναι σχεδιασμένα στο να τους ενισχύσουν να διαχειρίζονται παιδιά των οποίων η συμπεριφορά είναι διασπαστική στην τάξη. Όπως και οι γονείς έτσι και οι δάσκαλοι εκπαιδεύονται στη μεταχείριση προβλημάτων μάθησης και συμπεριφοράς που συνήθως συνδέονται με το σύνδρομο. Τα προβλήματα συμπεριφοράς συνήθως παρατηρούνται στο σχολείο και έχει βρεθεί ότι παιδιά με το συγκεκριμένο σύνδρομο λειτουργούν καλύτερα σε αυστηρά δομημένα περιβάλλοντα. Εκπαιδευτικές παρεμβάσεις περιλαμβάνουν τη χρήση επιβράβευσης για επιθυμητές συμπεριφορές, μέσω συμπεριφορικών τεχνικών όπως η χρήση καρτών καταγραφής σκορ, τρόπους βελτίωσης αυτορρύθμισης, και συνεχούς ενθάρρυνσης και υποστήριξης από το δάσκαλο ή τη δασκάλα. Οι εκπαιδευτικοί και οι εξελικτικοί ψυχολόγοι μπορούν να βοηθήσουν με τη δημιουργία κατάλληλων προγραμμάτων για τους δασκάλους αλλά και με την επίβλεψη της συμπεριφοράς του παιδιού.
Τόσο η θεραπεία όσο και η παρέμβαση πρέπει να βασίζονται στην ακριβή διάγνωση. Στην πραγματικότητα κάθε πρόβλημα συμπεριφοράς, ακαδημαϊκών ικανοτήτων ή μάθησης μπορεί να βελτιωθεί από ένα πολύ προσεγμένο πρόγραμμα. Το πρόγραμμα αυτό μπορεί αλλά μπορεί και όχι, να περιλαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Η άμεση επίδραση των φαρμάκων αποτελεί μια αρκετά ελκυστική βραχυπρόθεσμη λύση στα προβλήματα συμπεριφοράς που συνδέονται με το σύνδρομο. Αυτό θα μπορούσε να βοηθήσει περαιτέρω τον ψυχολόγο που θα έχει να δουλέψει πια με ένα πιο ήρεμο και συνεργάσιμο παιδί. Παρόλα αυτά, τα προγράμματα θα πρέπει να αγγίζουν επιπρόσθετα θέματα διαχείρισης συμπεριφοράς όπως και προβλημάτων που ενδεχομένως να επιστρέψουν όταν η φαρμακευτική αγωγή αποσυρθεί.
Η χορήγηση φαρμάκων με άλλα λόγια δε θα πρέπει να θεωρείται γενικά σαν μια μέθοδος αντιμετώπισης η οποία είναι επαρκής από μόνη της. Ακόμα και παιδιά που υποφέρουν από το σύνδρομο σε σοβαρό βαθμό θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε τέτοιου είδους προγράμματα που αποσκοπούν σε μακροχρόνια αποτελέσματα. Η στενή συνεργασία και συμβουλευτική των ατόμων που ασχολούνται με παιδιά με ελλειμματική προσοχή και υπερκινητικότητα είναι απαραίτητη για την εγγύηση τόσο της φαρμακευτικής όσο και της ψυχολογικής παρέμβασης και ταυτόχρονα συντονισμένες με σκοπό τη μεγιστοποίηση του κέρδους υγείας σε κάθε παιδί.
Η καταλληλότερη θεραπεία.
Όσο το ενδιαφέρον μεγαλώνει σχετικά με τη αυξημένη τάση συνταγογράφησης φαρμάκων σε παιδιά και εφήβους που παρουσιάζουν σημάδια ΣΕΠΥ, η Αυστραλιανή Ψυχολογική κοινότητα (APS) προειδοποιεί τόσο τους γιατρούς όσο και τους γονείς να σκεφτούν καλύτερα και περισσότερο τα οφέλη της ψυχολογικής αξιολόγησης και παρέμβασης.
Έρευνα στις Ηνωμένες Πολιτείες έδειξε πως η χρήση φαρμάκων στην αντιμετώπιση ΣΕΠΥ έχει τριπλασιαστεί ανά τον κόσμο, από το 1993 και η Αυστραλία υπήρξε μια από τις χώρες με την πιο βαριά χρήση τέτοιων φαρμάκων. Αναφέρεται ότι το 30% των παιδιών που διαγνώστηκαν με ADHD η διάγνωση ήταν λάθος ενώ το ένα στα 100 παιδιά έλαβε φαρμακευτική αγωγή για αυτό. Ο λόγος για τον οποίο οδηγούμαστε σε λάθος διάγνωση αναφορικά με το ADHD είναι η ελλιπής κατανόηση της ασθένειας
“υπάρχει μια μικρή αμφιβολία ότι η φαρμακευτική αγωγή δίνεται από υπερβάλλοντα ζήλο όταν ένα παιδί παρουσιάσει συμπτώματα ανησυχίας. Η ψυχολογική αξιολόγηση είναι απαραίτητη ώστε να στηρίξει τη διάγνωση η οποία μπορεί να αντιμετωπιστεί με ψυχολογική θεραπεία, συνήθως χωρίς φάρμακα, τα οποία μπορεί να έχουν σοβαρές παρενέργειες.,” Μας λέει η κυρία Amanda Gordon,πρόεδρος της Αυστραλιανής Ψυχολογικής Κοινότητας .
Σημαντική πρόοδος έχει γίνει στην ανάπτυξη αξιόπιστων και έγκυρων μεθόδων αξιολόγησης παιδικών διαταραχών. Επιπλέον, ψυχολογικά προγράμματα έχουν δημιουργηθεί με σκοπό την ενίσχυση παιδιών και εφήβων στην ανάπτυξη δεξιοτήτων αντιμετώπισης του άγχους και της κατάθλιψης. Αυτό προϋποθέτει την εκπαίδευση του γονιού σε βασικές συμπεριφορικές αρχές για την αντιμετώπιση αρχικών προβλημάτων συμπεριφοράς σε μικρά παιδιά, και επιπλέον σε γνωσιακές συμπεριφορικές τεχνικές για τη υποστήριξη μεγαλύτερων παιδιών και εφήβων.
Οι οδηγίες που μας έρχονται από την κλινική πρακτική συνιστούν, εκπαίδευση του γονιού σε διαχείριση της συμπεριφοράς και Γνωσιακή Συμπεριφορική θεραπεία σαν επιλογές αντιμετώπισης για παιδιά και εφήβους διότιν υποστηρίζονται από αποδείξεις και τεράστια έρευνα ως οι πιο αποτελεσματικές για τέτοιου είδους θέματα. ” η αντιμετώπιση των αγχωδών διαταραχών και των καταθλιπτικών διαταραχών σε παιδιά και εφήβους πρέπει να περιλαμβάνουν μικρής διάρκειας , στοχευόμενες παρεμβάσεις συμπεριλαμβανομένου του παιδιού, των γονέων και του σχολικού περιβάλλοντος,” μας ενημερώνει η Gordon.
“Βάση του επικείμενου ρίσκου των παρενεργειών και της αλόγιστης χρήσης, η αντιμετώπιση παιδικών διαταραχών με φαρμακευτική αγωγή θα πρέπει να είναι λιγότερο επιθυμητή σε σχέση με την ψυχολογική υποστήριξη, η οποία έχει αποδειχθεί αποτελεσματική και κάποιες φορές πιο αποτελεσματική από τη φαρμακευτική αγωγή.” Σύμφωνα με την Gordon.
“οι ψυχολόγοι είναι εκπαιδευμένοι σε αυτό τον τομέα και η δυναμική συνεισφορά τους πρέπει να τους αναγνωριστεί,” λέει η Gordon.
Αναζητείστε επαγγελματική βοήθεια
Είναι πολύ σημαντικό ότι τα παιδιά που εμφανίζουν συμπτώματα ελλειμματικής προσοχής ή υπερκινητικότητας να έχουν διαγνωστεί σωστά ώστε να έχουμε την καλύτερη δυνατή θεραπεία. Ένας κλινικός ψυχολόγος που δουλεύει με παιδιά, είτε ένας εκπαιδευτικός ή αναπτυξιακός ψυχολόγος, ή ένας κλινικός νευροψυχολόγος ο οποίος ασχολείται με τη διάγνωση παιδικών διαταραχών του εγκεφάλου, μπορούν να κάνουν διάγνωση. Η ψυχολογική αξιολόγηση συνήθως γίνεται σε συνδυασμό με την ιατρική εξέταση και αξιολόγηση για την καλύτερη και πιο έγκυρη και ακριβή διάγνωση. Ένας κλινικός, εκπαιδευτικός ή αναπτυξιακός ψυχολόγος παρέχει το απαραίτητο πρόγραμμα για τη σωστή διαχείριση του συνδρόμου στο σχολείο, στο σπίτι, στο να δουλεύει με τους γονείς τους δασκάλους ώστε να μπορέσουν όλοι να βοηθήσουν το παιδί στην κοινωνική και ακαδημαϊκή του εκπαίδευση
