Ψυχανάλυση είναι η θεωρεία που αναπτύχτηκε από τον Sigmund Freud και που υποστηρίζει την επίδραση των δυνάμεων του ασυνείδητου στην ψυχική ζωή και στην προσαρμογή του ανθρώπου.
Η «ψυχανάλυση» ήταν ένας όρος που μεταχειρίστηκε αρχικά ο Freud αναφερόμενος σε μια μέθοδο θεραπείας. Αργότερα ανέπτυξε μια ολόκληρη ψυχολογική θεωρία (που στηρίχθηκε στις εμπειρίες που είχε με τους ασθενείς του) και την οποία ονόμασε «ψυχαναλυτική». Ο όρος ψυχανάλυση χρησιμοποιείται επίσης για να περιγράψει μια ερευνητική μέθοδο. Και τα τρία αυτά χαρακτηριστικά γνωρίσματα δηλ. η θεραπευτική μέθοδος, η ψυχολογική θεωρία και η διερευνητική μέθοδος χαρακτηρίζουν την διαδικασία της ψυχανάλυσης. Θεωρείται ως η προσέγγιση που επηρέασε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη την ιστορία της ψυχολογίας και προκάλεσε αντιδράσεις.
Επιπλέον η καινοτόμος θεραπευτική αγωγή που ακολούθησε ο Freud ως προς τις ανθρώπινες πράξεις και τα όνειρα τα οποία είχαν και έχουν απεριόριστη συμβολική σημασία, είναι εξαιρετικά γόνιμη
Μια άλλη μεγάλη προσφορά της ψυχαναλυτικής θεωρίας στην κατανόηση της συμπεριφοράς είναι ότι παρουσίασε και όρισε τρία επίπεδα συνείδησης στον άνθρωπο: το ασυνείδητο, το υποσυνείδητο και το συνειδητό.
Το ασυνείδητο είναι ένα μεγάλο μέρος του μυαλού του οποίου ο άνθρωπος δεν έχει επίγνωση. Περιλαμβάνει τις βασικές μορφές ψυχικής ενέργειας καθώς και τα γεγονότα, επιθυμίες και παρορμήσεις που έχουν απωθηθεί από τη συνείδηση και τις εμπειρίες της παιδικής ηλικίας που ο άνθρωπος έχει λησμονήσει. Το ασυνείδητο είναι παρών κατά την γέννηση και υπάρχει σε όλη τη ζωή του ανθρώπου, λειτουργώντας πάντα ως μία μεγάλη κινητήρια δύναμη στη ζωή του. Το υποσυνείδητο είναι η «λογοκρισία» από την οποία περνούν όλες οι αναμνήσεις του ασυνείδητου για να αποφασιστεί αν θα τους επιτραπεί η είσοδος στη συνείδηση ή αν αντίθετα απωθηθούν στο ασυνείδητο.Το συνειδητό επίπεδο περιλαμβάνει όλα αυτά των οποίων ο άνθρωπος έχει επίγνωση σε σχέση με τον εαυτό του και το περιβάλλον του.
Η ψυχαναλυτική θεωρία διατυπώνει την άποψη ότι τα στοιχεία των πρώτων παιδικών συγκρούσεων που έχουν απωθηθεί στο ασυνείδητο αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για το αν και πόσο θα είναι υγιής η μελλοντική προσωπικότητα που θα αναπτυχθεί.
Τα στάδια της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης όπως αναπτύχθηκαν στην ψυχαναλυτική θεωρία, από την γέννηση του ατόμου μέχρι το τέλος της εφηβείας είναι τα εξής:
• Στοματικό στάδιο (0-1,5 έτος). Το στόμα αποτελεί την κύρια περιοχή δυναμικής δραστηριότητας. Από αυτή την περιοχή αντλεί το βρέφος την ευχαρίστηση του θηλασμού, μασώντας, απομυζώντας.
• Πρωκτικό στάδιο (1,5 – 3 ετών). Ο πρωκτός γίνεται η κεντρική περιοχή ψυχικής έντασης και ευχαρίστησης. Η ευχαρίστηση απορρέει από την κατακράτηση η την αποβολή των περιττωμάτων από τον οργανισμό.
• Φαλλικό στάδιο (3,5 – 6 ετών). Στο στάδιο αυτό εμφανίζονται οι οιδιπόδειες επιθυμίες που είναι τάσεις αγάπης για τον γονέα του αντίθετου φύλλου και ανταγωνισμού με το γονέα του ιδίου φύλλου. Όταν το παιδί μάθει ότι ένα τέτοιο είδος σεξουαλικό ενδιαφέρον είναι απαγορευμένο, αναπτύσσει έντονα αισθήματα ενοχής και άγχους. Η απειλή της τιμωρίας αναπτύσσει στα αγόρια το “φόβο του ευνουχισμού” και στα κορίτσια το “φθόνο του πέους”. Κατά τον Φρόιντ όλος αυτός ο αγώνας είναι αποφασιστικός για την ανάπτυξη της προσωπικότητας. Το παιδί που απωθεί και απαρνιέται με επιτυχία τα σεξουαλικά του αισθήματα προς το γονέα του αντίθετου φύλλου θα εξελιχθεί σε μια υγιή προσωπικότητα. Το παιδί που δεν θα μπορέσει να επιλύσει αυτή τη σύγκρουση είναι πολύ πιθανό να αναπτύξει σοβαρές διαταραχές προσωπικότητας.
• Στάδιο λανθάνουσας σεξουαλικότητας (6 ετών μέχρι αρχή εφηβείας). Στο στάδιο αυτό η σεξουαλική ενέργεια θεωρείται ότι βρίσκεται σε κατάσταση νάρκης. Δεν μειώνεται αλλά μετουσιώνεται ή δρομολογείται σε άλλες επιδιώξεις όπως είναι η εκμάθηση διαφόρων δεξιοτήτων μέσα από τις σχολικές εμπειρίες
• Γεννητικό στάδιο (αρχή μέχρι τέλος της εφηβείας). Με την έναρξη της εφηβείας η σεξουαλική ένταση αυξάνεται κατακόρυφα. Μέχρι τώρα οι στόχοι των σεξουαλικών ενστίκτων ήταν κυρίως αυτό-ερωτικοί τώρα όμως στρέφονται στην ανεύρεση του κατάλληλου σεξουαλικού συντρόφου για να ικανοποιηθούν.
Η καθήλωση είναι ένα κράτημα η σταμάτημα σε ένα συγκεκριμένο στάδιο και η μη δυνατότητα περάσματος στο επόμενο στάδιο που έχει ως αποτέλεσμα το σταμάτημα της σεξουαλικής εξέλιξης σ’ αυτό το επίπεδο. Συνήθως οφείλεται σε υπερβολικό άγχος που συνδέεται με τη μετάβαση από το ένα στάδιο εξέλιξης στο άλλο
Τώρα στο δομικό μοντέλο, τα τρία ψυχικά τμήματα που το αποτελούν, δηλαδή το εκείνο, το εγώ και το υπερεγώ, είναι κατά βάση σχηματικά. Δεν πρέπει επομένως να θεωρηθούν ως συγκεκριμένες ανεξάρτητες ενότητες που έχουν πραγματική υπόσταση, αλλά ως συστήματα λειτουργιών στενά διασυνδεδεμένα μεταξύ τους
Το εκείνο είναι μια συλλογική ονομασία για τις βιολογικές ανάγκες και ενορμήσεις του ατόμου. Αποτελεί την εγγενή πλευρά της προσωπικότητας και περιλαμβάνει βασικά τις ενστικτώδεις ανάγκες για αέρα, τροφή, νερό και λοιπά στοιχεία διατροφής, για διατήρηση της θερμοκρασίας του σώματος καθώς και για αναπαραγωγή.
Προοδευτικά οι ενστικτώδεις αυτές ανάγκες διαφοροποιούνται σε ενορμήσεις που έχουν ψυχική αναπαράσταση, όπως ενορμήσεις εξάρτησης, επιθετικές τάσεις, τάσεις φυγής και σεξουαλικές ενορμήσεις.
Το εγώ είναι το σύνολο των ψυχικών λειτουργιών που διαμορφώνουν τη σχέση μας με το περιβάλλον. Η οργάνωση του αρχίζει από τη γέννηση του ατόμου και μολονότι συνεχίζεται σ’ όλη τη ζωή, οι βασικές του λειτουργίες έχουν αναπτυχθεί μέχρι το τέλος των τριών χρόνων, οπότε το παιδί έχει σαφή αίσθηση του εγώ ή εαυτού του.Το εγώ παρεμβάλλεται ανάμεσα στις ενορμήσεις του εκείνο και τις απαγορεύσεις ή προσταγές του υπερεγώ και προσπαθεί να εναρμονίσει τις συγκρούσεις που απορρέουν από αυτές σε συνδυασμό με τις απαιτήσεις του περιβάλλοντος. Η λειτουργία του επομένως είναι σαφώς προσαρμοστική.
Το υπερεγώ αρχίζει να σχηματίζεται ήδη στον πρώτο χρόνο της ζωής του ατόμου, παρουσιάζει τη βασική του ανάπτυξη στην οιδιπόδεια περίοδο (3 ως 6 χρόνια) και συνεχίζοντας να αναπτύσσεται αποκτά την τελική του διαμόρφωση στην ώριμη ηλικία. Στην αρχή αποτελείται από την εσωτερίκευση με τον μηχανισμό της ενδοβολής των παροτρύνσεων και απαγορεύσεων ή τιμωριών των γονέων και αργότερα των δασκάλων, συγγενών κτλ. Προοδευτικά με τον μηχανισμό της ταυτοποίησης προσλαμβάνει και αφομοιώνει τις σταθερές της συμπεριφοράς αλλά και τα ιδεώδη και τις αξίες των γονέων και των ανθρώπων που εξασκούν σημαντική επιρροή στο άτομο καθώς αναπτύσσεται.
Το υπερεγώ, επομένως, αποτελείται από δύο υποθετικά τμήματα: το καθαυτό υπερεγώ ή συνείδηση, που αποτελεί τον κριτικό έλεγχο του ατόμου και το ιδεώδες του εγώ, που περιλαμβάνει τις ηθικές, θρησκευτικές και λοιπές αξίες του ατόμου, τα ιδεώδη, τα ιδανικά και τις φιλοδοξίες του.Το υπερεγώ αρχίζει να σχηματίζεται ήδη στον πρώτο χρόνο της ζωής του ατόμου, παρουσιάζει τη βασική του ανάπτυξη στην οιδιπόδεια περίοδο (3 ως 6 χρόνια) και συνεχίζοντας να αναπτύσσεται αποκτά την τελική του διαμόρφωση στην ώριμη ηλικία.
Στην αρχή αποτελείται από την εσωτερίκευση με τον μηχανισμό της ενδοβολής των παροτρύνσεων και απαγορεύσεων ή τιμωριών των γονέων και αργότερα των δασκάλων, συγγενών κτλ. Προοδευτικά με τον μηχανισμό της ταυτοποίησης προσλαμβάνει και αφομοιώνει τις σταθερές της συμπεριφοράς αλλά και τα ιδεώδη και τις αξίες των γονέων και των ανθρώπων που εξασκούν σημαντική επιρροή στο άτομο καθώς αναπτύσσεται. Το υπερεγώ, επομένως, αποτελείται από δύο υποθετικά τμήματα: το καθαυτό υπερεγώ ή συνείδηση, που αποτελεί τον κριτικό έλεγχο του ατόμου και το ιδεώδες του εγώ, που περιλαμβάνει τις ηθικές, θρησκευτικές και λοιπές αξίες του ατόμου, τα ιδεώδη, τα ιδανικά και τις φιλοδοξίες του.
Με τον όρο ψυχανάλυση αναφερόμαστε στην κλασσική Φροϋδική θεραπεία η οποία αποτελεί την βάση για την μετεξέλιξη άλλων ψυχοδυναμικών θεωριών. Η ψυχολογία και ψυχοθεραπεία δεν περιορίζονται και δεν σημαίνει απαραίτητα ψυχανάλυση.
Η ψυχανάλυση είναι μια μορφή ψυχοθεραπείας όπου υπό ορισμένες συνθήκες με ορισμένους ανθρώπους επιφέρει καλύτερα αποτελέσματα σε σύγκριση με άλλες μορφές ψυχοθεραπείας. Θα πρέπει να τονίσουμε ότι δεν αποτελεί πανάκεια αλλά ένα επιπλέον εργαλείο στα χέρια των επαγγελματιών της ψυχικής υγείας. Μια κριτική την οποία συναντά συχνά κανείς, αφορά τον κεντρικό ρόλο της σεξουαλικότητας στη ψυχοθεραπεία. Αυτή εδώ θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι κεντρικό ρόλο έχει μόνο στην κλασσική ψυχανάλυση, ενώ οι μετεξελίξεις της ψυχαναλυτικής θεωρίας αναδιοργανώνουν το ρόλο της σεξουαλικότητας στον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου και δεν την θέτουν στο κέντρο των ψυχικών διαδικασιών.
Η ψυχανάλυση όπως όλες οι ψυχοθεραπείες, διέπεται από κανόνες. Η συνεδρία γίνεται σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, με συγκεκριμένη συχνότητα. Κάτω από συγκεκριμένους κανόνες και υπό αμοιβή η οποία και αυτή είναι σημαντικό στοιχείο της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας. Ο ψυχολόγος βασιζόμενος σε μία θεωρία – μέθοδο προσπαθεί μέσω των γνώσεων του και τη δική μας συμμετοχή να μας βοηθήσει να βελτιώσουμε την ποιότητα ζωής μας. Με βάση αυτά τα δεδομένα εύκολα μπορεί κάποιος να συμπεράνει ότι η συνεδρία απέχει αρκετά από αυτό που ονομάζουμε «φιλικά συζήτηση» και ο ίδιος ο ψυχολόγος δεν είναι φίλος μας.
