Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή

Γενικά
‘Ζεις όταν σκέφτεσαι’ ή ‘ζεις όταν δε σκέφτεσαι’; Αυτή είναι η διαφορετική φιλοσοφία του δυτικού με τον ανατολικό πολιτισμό. Στις δυτικές κοινωνίες υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού το οποίο έχει οργανώσει τη σκέψη του γύρω από την σκέψη και την πράξη. Έτσι ο δυτικός πολιτισμός σε αντίθεση με κάποιες Ασιατικές κοινωνίες τοποθετεί τον επιστημονικό ορθολογισμό και την επίτευξη των προσωπικών στόχων πάνω από πολλές άλλες ιδιότητες με αποτέλεσμα οι περισσότεροι από εμάς να δίνουμε ιδιαίτερη αξία στη λογική και στην ικανότητά μας να επιλύουμε πρακτικά προβλήματα. Και ενώ η νοητική ικανότητα και τα επιτεύγματα εξυψώνονται στη σύγχρονη κοινωνία σπάνια θα μπορούσε να αναλογιστεί κανείς τις πολύπλοκες συνέπειες που απορρέουν από τη συγκεκριμένη οργάνωση του χαρακτήρα. Και αυτό γιατί εύκολα η σκέψη και η δράση, σαν κινητήριες δυνάμεις καλύπτουν τα συναισθήματα τη διαίσθηση ή τις αισθήσεις.
Η ιδεοψυχαναγκαστική διάσταση θα λέγαμε ότι περιλαμβάνει τρία επίπεδα την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, τον ψυχαναγκαστικό καταναγκαστικό τρόπο ζωής που περιλαμβάνει στοιχεία της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής της προσωπικότητας (τελειοθηρία, επιμονή, εμμονή στις λεπτομέρειες, τάξη ακρίβεια συστηματική εργασία και άλλα που είναι όμως στα φυσιολογικά όρια και είναι ιδιαίτερα προσαρμοστικά, αρκετοί γιατροί δικηγόροι και άλλοι επιστήμονες εμπίπτουν στην κατηγορία αυτή) και τέλος την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή της προσωπικότητας όπου τα ψυχαναγκαστικά καταναγκαστικά χαρακτηριστικά είναι άκαμπτα και βλάπτουν τη λειτουργία του ατόμου, την ικανότητα του για αγάπη εργασία και διασκέδαση.

Ας δούμε όμως τι ακριβώς είναι η Ψυχαναγκαστική Καταναγκαστική διαταραχή. Η διαταραχή αυτή ανήκει στις αγχώδεις διαταραχές με υψηλή σοβαρότητα και χρόνια διάρκεια. Το 2% περίπου του πληθυσμού πάσχει από ΙΨΔ (Cullari 1998).

Το άτομο που πάσχει από μια τέτοια διαταραχή ουσιαστικά παγιδεύεται από μια σειρά επαναληπτικών σκέψεων(ιδεοληψίες) και συμπεριφορών (ψυχαναγκασμοί), που αν και δίχως νόημα και για τον ίδιο τον πάσχοντα, προκαλούν μεγάλη δυσφορία και είναι πολύ δύσκολο να ξεπεραστούν. Η ΙΨΔ εμφανίζεται σε ένα φάσμα βαρύτητας που εκτείνεται από το πολύ μέτριο ως το πολύ σοβαρό, και σε αυτή την περίπτωση αν δεν υπάρξει άμεση θεραπεία μπορεί εύκολα να παρεμποδίσει τη λειτουργικότητα του ατόμου(Martin 1977).

Κλινικά χαρακτηριστικά της διαταραχής
Το βασικό χαρακτηριστικό της διαταραχής αυτής είναι όπως προείπαμε οι επαναλαμβανόμενοι ιδεοψυχαναγκασμοί (σύζευξη τάσεων ιδεοληψιών και ψυχαναγκασμών) που είναι αρκετά σοβαροί για να προκαλούν έντονη υποκειμενική ενόχληση οδηγώντας σε σημαντική έκπτωση της λειτουργικότητας. Επίμονες ιδέες, σκέψεις, παρορμήσεις που το άτομο βιώνει ως εισβολή (Μάνος 1988)και παρόλη την προσπάθεια του ατόμου να τις αποφύγει, αυτές επιβάλλονται στο νου ενάντια στη θέληση του (είναι δηλαδή δυστονικοί προς το Εγώ). Το άτομο προσπαθεί να απωθήσει σε συνειδητό επίπεδο τις ιδεοληψίες του τις οποίες και αναγνωρίζει ως παράλογες που συχνά έρχονται σε αντίθεση με τις πεποιθήσεις του και την ηθική του. Εξ αιτίας του αποκρουστικού ή βίαιου περιεχομένου τους το άτομο βιώνει έντονο άγχος και δυσφορία(Esayen2000).
Θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι η Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή δεν είναι το ίδιο με την Ιδεοψυχαναγκαστικη διαταραχή της προσωπικότητας και θα θέλαμε να τονίσουμε τον μεταξύ τους διαχωρισμό όπως αυτός διατυπώνεται στο DSM IV. Έτσι ως Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή της προσωπικότητας περιγράφεται ως το διάχυτο πρότυπο έντονης ενασχόλησης του ατόμου με τη μεθοδικότητα, την τελειοθηρία και το νοητικό και διαπροσωπικό έλεγχο, σε βάρος της ευελιξίας, της ευρύτητας των αντιλήψεων και της αποδοτικότητας με έναρξη την πρώιμη ενήλικη ζωή και παρουσία σε ποικιλία πλαισίων, όπως φαίνεται από τέσσερα ( ή περισσότερα )από τα επακόλουθα.

1. Έντονη ενασχόληση με λεπτομέρειες, κανόνες, καταλόγους ,την τάξη την οργάνωση ή προγράμματα,
2. Τελειοθηρία που παρεμποδίζει την ολοκλήρωση μιας εργασίας
3. Υπερβολική αφοσίωση στην εργασία και την παραγωγικότητα με αποκλεισμό των ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων και των φιλικών σχέσεων
4. υπερβολική ευσυνειδησία σχολαστικότητα και ακαμψία σε θέματα ηθικής, ηθών και αξιών
5. Αδυνατεί να πετάξει από φθαρμένα ή χωρίς αξία αντικείμενα ακόμα και όταν δεν έχουν συναισθηματική αξία.
6. Απροθυμία να αναθέτει καθήκοντα ή να εργάζεται με άλλους εκτός αν υποτάσσονται ακριβώς στο δικό του τρόπο αντίληψης διεκπεραίωσης των πραγμάτων.
7. Υιοθετεί ένα φιλάργυρο τρόπο στο να ξοδεύει χρήματα τόσο για τον εαυτό του όσο και για τους άλλους, τα χρήματα θεωρούνται κάτι το οποίο θα πρέπει να αποθησαυρίζονται για μελλοντικές καταστροφές.
8. Επιδεικνύει ακαμψία και πείσμα. (DSM –IV- TR, 2004)
Η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή από την άλλη πλευρά είναι είτε ιδεοληψίες είτε ψυχαναγκασμοί
Ιδεοληψίες, όπως ορίζονται από τα (1), (2), (3) και (4):
1. Επαναλαμβανόμενες και επίμονες σκέψεις, παρορμήσεις ή εικόνες οι οποίες βιώνονται σαν παρείσακτες προκαλώντας έντονο άγχος ή ενόχληση.
2. Οι σκέψεις, οι παρορμήσεις ή οι εικόνες δεν αποτελούν απλά υπερβολικές ανησυχίες για προβλήματα της πραγματικής ζωής.
3. Το άτομο προσπαθεί να τις εξουδετερώνει με κάποια άλλη σκέψη ή πράξη.
4. Το άτομο αναγνωρίζει ότι οι ιδεοληπτικές σκέψεις, παρορμήσεις ή εικόνες αποτελούν προϊόν του δικού του νου

Οι ψυχαναγκασμοί ορίζονται από:
1. Επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές (π.χ. πλύσιμο χεριών, τακτοποίηση, έλεγχος) ή νοερές πράξεις (π.χ. προσευχές, μετρήσεις, σιωπηρές επαναλήψεις λέξεων) τις οποίες το άτομο αισθάνεται αναγκασμένο να εκτελέσει σε απάντηση μιας ιδεοληψίας ή σύμφωνα με κανόνες οι οποίοι πρέπει να εφαρμοσθούν αυστηρά

2. Οι συμπεριφορές ή οι νοερές πράξεις αποβλέπουν στην αποτροπή της ενόχλησης ή στην αποτροπή κάποιου απευκταίου γεγονότος ή κατάστασης ωστόσο, αυτές οι συμπεριφορές ή νοερές πράξεις δε συνδέονται με ρεαλιστικό τρόπο με αυτό για το οποίο έχουν σχεδιασθεί να εξουδετερώνουν ή να αποτρέπουν, ή είναι σαφώς υπερβολικές

3. Ιδεοληψίες και καταναγκασμοί
Οι ιδεοληψίες ή οι ψυχαναγκασμοί προκαλούν έντονη ενόχληση είναι χρονοβόροι (απαιτούν περισσότερο από μια ώρα την ημέρα), ή παρεμποδίζουν σημαντικά τις συνήθεις καθημερινές δραστηριότητες, την επαγγελματική (ή σχολική) δραστηριότητα, ή τις συνήθεις κοινωνικές δραστηριότητες ή σχέσεις.
Το βασικό χαρακτηριστικό της διαταραχής αυτής είναι όπως προείπαμε οι επαναλαμβανόμενοι ιδεοψυχαναγκασμοί (σύζευξη τάσεων ιδεοληψιών και ψυχαναγκασμών) που είναι αρκετά σοβαροί για να προκαλούν έντονη υποκειμενική ενόχληση οδηγώντας σε σημαντική έκπτωση της λειτουργικότητας. Επίμονες ιδέες, σκέψεις, παρορμήσεις που το άτομο βιώνει ως εισβολή (Μάνος 1988)και παρόλη την προσπάθεια του ατόμου να τις αποφύγει, αυτές επιβάλλονται στο νου ενάντια στη θέληση του (είναι δηλαδή δυστονικοί προς το Εγώ). Το άτομο προσπαθεί να απωθήσει σε συνειδητό επίπεδο τις ιδεοληψίες του τις οποίες και αναγνωρίζει ως παράλογες που συχνά έρχονται σε αντίθεση με τις πεποιθήσεις του και την ηθική του. Εξ αιτίας του αποκρουστικού ή βίαιου περιεχομένου τους το άτομο βιώνει έντονο άγχος και δυσφορία(Esayen2000).

Επιδημιολογικά στοιχεία
Επιδημιολογικά τα στοιχεία τα οποία έχουμε στη διάθεση μας, μας δίνουν την πληροφορία ότι η διαταραχή είναι εξίσου συχνή σε άντρες και σε γυναίκες ενώ διακρίνεται στο 2 με 3% του γενικού πληθυσμού. Φαίνεται πως τα κλινικά χαρακτηριστικά της δε διαφοροποιούνται μεταξύ παιδιών και ενηλίκων (Μάνος 1997). Παράλληλα κάποιοι ερευνητές επισημαίνουν ότι η ΙΨΔ παρατηρείται στο 10% των εξωτερικών ασθενών των ψυχιατρικών κλινικών. Αυτά τα ευρήματα κατατάσσουν την Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή της Προσωπικότητας την τέταρτη κατά σειρά κοινά απαντούμενη κλινική διάγνωση μετά από τις φοβίες, τη διαταραχή χρήσης ουσιών και τη μείζον καταθλιπτική διαταραχή.

Οι τρείς βασικοί μηχανισμοί
Το άτομο που υποφέρει από ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή έχει ενσωματώσει στον τρόπο ζωής του τρεις βασικούς μηχανισμούς, την αντίσταση, την ντροπή και τη μυστικότητα.
Όπως αναφέρθηκε οι περισσότεροι πάσχοντες προσπαθούν να αντισταθούν στις σκέψεις τους και να τις απομακρύνουν από το μυαλό τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τους καταναγκασμούς στους οποίους προσπαθούν να μην ενδώσουν. Αρκετοί είναι σε θέση να ελέγχουν τα συμπτώματά τους κατά την ώρα της δουλειάς τους ή το σχολείο ή όταν είναι έξω από το σπίτι. Αλλά με την πάροδο των μηνών και των ετών η αντίσταση μπορεί να μειώνεται και όταν συμβαίνει αυτό η ΙΨΔ γίνεται πιο εμφανής και πιο σοβαρή. Σε σοβαρές περιπτώσεις, η κατανάλωση χρόνου στις καταναγκαστικές πράξεις μπορεί να είναι τόσο μεγάλη που ο ασθενής δεν μπορεί να συνεχίσει τις άλλες του δραστηριότητες.
Επιπλέον, οι άνθρωποι αυτοί προτιμούν να αποκρύψουν τη διαταραχή από το να ζητήσουν βοήθεια. Αρκετές φορές καταφέρνουν με επιτυχία να προσποιούνται και να αποκρύπτουν τα συμπτώματά τους από τους συγγενείς από τους φίλους ή τους συναδέλφους τους. Μια σημαντική συνέπεια αυτής της μυστικότητας είναι ότι πολλοί ασθενείς δεν παίρνουν και την κατάλληλη βοήθεια, παρά αφού περάσουν πολλά χρόνια από την έναρξη της διαταραχής. Μέχρι τότε μπορεί να έχουν προσαρμόσει τη ζωή τους έτσι ώστε να είναι συμβατή με την αρρώστια τους πληρώνοντας όμως το τίμημα της χαμηλής ποιότητας ζωής(Tortora-Pato M & Zohar J, 2001).

Τι προκαλεί την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή;
Τι μπορεί όμως να προκαλέσει την Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή και την Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή της προσωπικότητας? Ο Πέτρος Σκαπινάκης, Λέκτορας Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων, στο άρθρο του για την Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή υποστηρίζει ότι η βασική αιτία της διαταραχής είναι βιολογικής φύσης, αποδυναμώνοντας τη μέχρι τώρα άποψη ότι οι ψυχολογικοί παράγοντες δρουν καταλυτικά στη δημιουργία μιας τέτοιας διαταραχής. Στο βιβλίο των Kaplan και Santock «Εγχειρίδιο Κλινικής Ψυχιατρικής» επισημαίνεται η σημαντικότητα των γονιδιακών μας προδιαγραφών για μια τέτοια νόσο, ωστόσο φαίνεται να αποτελεί μία από τις απόψεις που προσεγγιστικά ερμηνεύουν την παθογένεια.
Μελέτες σε διδύμους έχουν δείξει μεγαλύτερη ΙΨΔ στους μονοζυγώτες από ότι στους διζυγώτες, ενώ παράλληλα έρευνες σε οικογένειες ότι η συχνότητα της ΙΨΔ είναι μεγαλύτερη στους βιολογικούς συγγενείς πρώτου βαθμού ατόμων με ΙΨΔ ή ατόμων με Διαταραχή Tourette, απ’ ότι στο γενικό πληθυσμό (Μάνος,1997). Το κυριότερο στοιχείο όμως που αποδεικνύει άμεσα τη συμμετοχή των νευροβιολογικών παραγόντων στην αιτιολόγηση της ΙΨΔ είναι το γεγονός ότι οι ασθενείς εμφανίζουν πολύ καλή ανταπόκριση σε μια ειδική κατηγορία φαρμάκων, που επιδρούν στην ουσία σεροτονίνη που υπάρχει σε αφθονία στον εγκέφαλο και αποτελεί έναν από τους βασικούς νευροδιαβιβαστές του. Η σεροτονίνη θεωρείται ότι διαμεσολαβεί συμπεριφορές χαρακτηριζόμενες από παρορμητικότητα, αυτοκτονικότητα, επιθετικότητα και ψυχαναγκαστικά καταναγκαστικά συμπτώματα (Μάνος, 2000).

Ο τρόπος με τον οποίο οι νευροβιολογικοί αυτοί παράγοντες αλληλεπιδρούν με άλλους εξωτερικούς παράγοντες καθώς και οι αντίστοιχοι γνωστικοί μηχανισμοί αποτελεί αντικείμενο εντατικής έρευνας. Σε μια πληθώρα νευροαπεικονιστικών ερευνών που χρησιμοποιούνται υψηλής τεχνολογίας εξετάσεις όπως η Τομογραφία Εκπομπής Ποζιτρονίων όπου στη βιβλιογραφία απαντάται ως PET (Positon Emision Tomography) συμβάλλει στην κατανόηση των βιολογικών παραγόντων της ΙΨΔ. Με την εξέταση αυτή είναι δυνατή η μελέτη του εγκεφάλου εν ζω. Τα ευρήματα από το PET είναι πολύ σημαντικά και σε γενικές γραμμές έχουν δείξει ότι η εγκεφαλική δραστηριότητα των ατόμων με ΙΨΔ διαφέρει σημαντικά από εκείνη ατόμων χωρίς ΙΨΔ. Κυρίως έχει αναφερθεί αυξημένη δραστηριότητα στον κογχομετωπιαίο λοβό (που εμπλέκεται στην αντίληψη του φόβου και του κινδύνου) και στον κερκοφόρο πυρήνα των βασικών γαγγλίων (που σχετίζεται με την ικανότητα έναρξης και λήξης διαφορετικών σκέψεων και πράξεων (Kaplan & Santock, 1996).
Όπως σε όλες τις διαταραχές έτσι και στην Ιδεοψυχαναγκαστική ρόλο φαίνεται να παίζει και η γενετική μας προδιάθεση. Επιπλέον υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι οι αγχώδεις διαταραχές υπάρχουν μέσα στις οικογένειες (Andreasen & Black, 1991). Σε έρευνες διαπιστώθηκε ότι τα παιδιά ασθενών με ΙΨΔ φάνηκε ότι ήταν πιο φοβισμένα και αγχωμένα, είχανε περισσότερες δυσκολίες στο σχολικό περιβάλλον, επιδείκνυαν περισσότερο άγχος για τα μέλη της οικογένειας αλλά και για αυτούς ενώ παράλληλα παραπονιόντουσαν για σωματικά συμπτώματα όπως κεφαλαλγίες και πόνους στην κοιλιά από ότι τα παιδιά γονιών χωρίς ΙΨΔ (Turner et al.,1987). Τα ίδια παιδιά προτιμούσανε να περνάνε περισσότερο χρόνο σε μοναχικές δραστηριότητες και είχανε 7 φορές περισσότερες πιθανότητες να πληρούν τα κριτήρια της αγχώδους διαταραχής από τα παιδιά χωρίς οικογενειακό ιστορικό διαταραχής

Παιδιά και ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή
Ενδιαφέρον παρουσιάζει πώς η συγκεκριμένη διαταραχή εμφανίζεται στα παιδιά.

Πολλά παιδιά εμπλέκονται σε απλές τελετουργικές διαδικασίες και ιδεοληψίες ως μέρος της φυσικής τους ανάπτυξης. Οι διαδικασίες της προετοιμασίας του ύπνου αλλά και του ντυσίματος φαίνεται να παρουσιάζουν μια ιδιαίτερη τελετουργικότητα για τα πολύ μικρά παιδία περίπου στην ηλικία των 18 μηνών. Καταναγκασμοί όπως επανειλημμένες κινήσεις είναι επίσης κάτι συνηθισμένο. Για παράδειγμα μας είναι αρκετά οικεία η εικόνα ενός παιδιού που χαϊδεύει η παίζει κάνοντας ένα «γύρισμα» στην κουβέρτα του ή να βάζει στο στόμα του το χέρι. Ακόμα τα παιδιά συνηθίζουν να τραγουδούν με ένα επαναληπτικό επαναλαμβανόμενο τρόπο ή αισθάνονται υποχρεωμένα να αποφύγουν συγκεκριμένα αντικείμενα όπως το βάδισμα στους αρμούς των πεζοδρομίων. Τέτοιες συμπεριφορές σπάνια είναι δυσλειτουργικές ή υποδηλώνουν μια διαταραχή στην παιδική ηλικία. Κάποιες φορές ωστόσο συγκεκριμένες πράξεις εξελίσσονται σε πιο ιδεοληπτικές ψυχαναγκαστικές ή τελετουργικές συμπεριφορές που απαιτούν θεραπεία(Sarason & Sarason 1996, Kaplan & Santock 1996).

Ψυχοθεραπευτικές απαντήσεις και λύσεις
Αναφορικά με τη ψυχοδυναμική προσέγγιση για την αιτιολόγηση της διαταραχής η Νάνση Μακ Ουίλλιαμς στο βιβλίο της «Ψυχαναλυτική διάγνωση» αναφέρει ότι η κύρια συναισθηματική σύγκρουση τόσο στα ιδεοληπτικά όσο και στα ψυχαναγκαστικά άτομα (προσωπικότητες) είναι η οργή για τον έλεγχο απέναντι στο φόβο ότι μπορεί να καταδικαστούν ή να τιμωρηθούν, ενώ εντύπωση παρουσιάζει το συναίσθημα αυτών των ανθρώπων που είναι βουβό, καταπιεσμένο, μη διαθέσιμο ή εκλογικευμένο (MacKinon & Michels, 1971). Οι λέξεις που χρησιμοποιούνται είναι για να κρύψουν τα συναισθήματα και όχι για να τα εκφράσουν (MacWilliams 2000).
Παράλληλα με τα άτομα τα οποία υποφέρουν από Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, οι άνθρωποι που ο χαρακτήρας τους έχει δομηθεί γύρω από την Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, εφαρμόζουν παρόμοιες αμυντικές και προσαρμοστικές διεργασίες.

Σε αντίθεση με την ψυχοδυναμική προσέγγιση βρίσκεται η συμπεριφορική προσέγγιση η οποία μας δίνει τη δυνατότητα να αντιστρέψουμε τη σκέψη μας με την ερώτηση γιατί να μιλάμε για συμπτώματα προκαλούμενα από διάφορα γεγονότα και όχι για επίκτητες συμπεριφορές και τάσεις αντίδρασης? Πιστεύεται ότι οι βασικές αρχές της μάθησης μπορούν να εφαρμοστούν στην κατανόηση κάθε είδους συμπεριφοράς, συμπεριλαμβανομένης και της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής. Σύμφωνα με τους συμπεριφορικούς θεραπευτές το άγχος το οποίο φτάνει σε κλινικές διαστάσεις είναι μια μαθημένη ή επίκτητη αντίδραση, ένα σύμπτωμα το οποίο έχει δημιουργηθεί από περιβαλλοντικούς παράγοντες συνήθως μέσα στην οικογένεια. Ο Skinner θεωρούσε οποιαδήποτε νοητική διαδικασία όπως η σκέψη ή τα συναισθήματα αποτέλεσμα ή ενδεικτική εξήγηση της συμπεριφοράς. Προτιμούσε να βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην εμφανή ανάδρομη σχέση ερεθίσματος και αντίδρασης , ενώ άλλοι συμπεριφοριστές προχώρησαν τη σκέψη τους ένα βήμα πιο κάτω και έλαβαν υπ’ όψιν τους και τις εσωτερικές διεργασίες. Οι Dollard και Miller (1950) πλησίασαν να συμφωνήσουν με τους ψυχοδυναμικούς θεραπευτές στο ότι υπάρχει μια προσωπική ιστορία πίσω από τη δημιουργία οποιασδήποτε αγχώδους διαταραχής και ότι η ψυχοθεραπεία είναι ο υπέρτατος τρόπος για τη διαφοροποίηση της και βαθμιαία την εξάλειψή της.

Παράλληλα με τη συμπεριφορική προσέγγιση βρίσκεται και οι γνωσιακή. Σύμφωνα με τους γνωσιακούς αναλυτές οι διαταραχές των σκέψεων και των αντιλήψεων που συμβαίνει σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και σε σχέση με συγκεκριμένα προβλήματα είναι συνήθως πηγές άγχους. Το σημαντικότερο γνωσιακό μοντέλο είναι αυτό του Salkovskis (Sarason &Sarason 1996). Η θεωρία αυτή υποστηρίζει ότι το γνωσιακό όργανο του ατόμου που παρουσιάζει ΙΨΔ εμφανίζει μια ευαισθησία η οποία στηρίζεται στην ύπαρξη ιδεοψυχαναγκαστικογόνων σχημάτων. Υποστηρίζεται ότι προϋπάρχουσες γνωσιακές δομές και σχήματα μεσολαβούν ώστε οι κοινές σκέψεις να εκτιμηθούν ως έχουσες ιδιαίτερη σημασία και να μετατραπούν σε ιδεοληψίες. Κεντρικό ρόλο στην εμφάνιση της διαταραχής διαδραματίζει η διογκωμένη αίσθηση της υπευθυνότητας. Η υπόθεση του Salkovskis αναφέρει ότι τα άτομα που παρουσιάζουν Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή θεωρούν πως οι ιδεοληψίες τους σηματοδοτούν τη καθοριστική ευθύνη που έχουν να προλάβουν κάποια επικείμενη συμφορά που μπορεί να συμβεί στους ίδιους ή σε άλλους, εκτός αν προβούν σε κάποια ενέργεια για να την αποτρέψουν. Η ερμηνεία αυτή ωθεί τους πάσχοντες σε πράξεις εξουδετέρωσης της σκέψης, εικόνας ή παρόρμησης προκειμένου να μειωθεί η έντονη δυσφορία που νιώθουν αλλά και η αίσθηση υπευθυνότητας (Kaplan & Santock, 1996). Ωστόσο το αποτέλεσμα είναι ότι οι ιδεοληψίες αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα, αυξάνονται σε συχνότητα, οι αρνητικές πεποιθήσεις ενισχύονται και το συνοδό άγχος εντείνεται. Αυτό έχει ως συνέπεια την επανάληψη των ψυχαναγκαστικών συμπεριφορών και τη διαιώνιση του φαύλου κύκλου (Beck, 2006). Η γνωσιακή θεωρία διευρύνει την κατανόηση των ιδεοψυχαναγκαστικών φαινομένων τονίζοντας τον καθοριστικό ρόλο που παίζει η σημασία που αποδίδουν τα άτομα αυτά στις ιδεοληψίες τους για τη διαιώνιση της διαταραχής. Οι συμπεριφοριστικές τεχνικές που δεν εστιάζουν παράλληλα στην αλλαγή της διογκωμένης αίσθησης της υπευθυνότητας έχουν μόνο βραχυπρόθεσμα οφέλη. Από τα παραπάνω συμπεραίνει κανείς ότι οι γνωσιακές τεχνικές πρέπει να προηγούνται των συμπεριφορικών ή να εφαρμόζονται συνδυαστικά.

Φαρμακευτική αγωγή
Ξεκινώντας από τη φαρμακευτική αγωγή πρέπει να επισημάνουμε ότι κλινικές μελέτες έδειξαν ότι φάρμακα που επιδρούν στο νευρομεταβιβαστή σεροτονίνη μπορούν να μειώσουν σε σημαντικό βαθμό τα συμπτώματα της ΙΨΔ. Το 1950 νέες φαρμακευτικές αγωγές χρησιμοποιήθηκαν στη θεραπεία χρόνιων και σοβαρών ψυχωτικών διαταραχών ενώ τα αποτελέσματά τους υπήρξαν θεαματικά. Άλλες κλινικές έρευνες επικεντρώθηκαν στην προσπάθεια ανεύρεσης άλλων αποτελεσματικών φαρμάκων για διαταραχές όχι τόσο σοβαρές. αλλά πιο συχνές και συνηθισμένες, από τις ψυχώσεις. Έτσι μια πληθώρα φαρμάκων είναι διαθέσιμα στην αγορά και τα οποία έχουν σπουδαία αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση αγχωδών διαταραχών. Οι Benzodiazepines είναι οι ουσίες τις απαντάμε πιο συχνά στη φαρμακοθεραπεία του άγχους και που φαίνεται να μειώνουν σημαντικά τα επίπεδα του άγχους. Η βιβλιογραφία αναφέρει ότι οι συμπεριφορικές αντιδράσεις που προκαλούν τα συγκεκριμένα αγχολυτικά μειώνουν την ένταση των αντιδράσεων στα ερεθίσματα τα οποία εκλαμβάνονται από ασθενείς με ΙΨΔ ως τιμωρητικά ή ερεθίσματα ματαίωσης και αποτυχίας. Το 1960 μια σειρά από φάρμακα ( οι Benzodiazepines ) εισήχθηκαν στην αγορά με τις εμπορικές ονομασίες Librium και Valium και τα οποία χρησιμοποιήθηκαν ευρέως σε περιπτώσεις άγχους, έντασης, έξαρσης και αϋπνίας.

Έρευνες απέδειξαν τα θετικά αποτελέσματα αυτών των ουσιών στην καταστολή του άγχους αλλά οι παρενέργειες τους ήταν εξίσου σημαντικές. Ξηροστομία, υπνηλία, κινητική δυσλειτουργία, μείωση της δυνατότητας συγκέντρωσης, ενώ παράλληλα προκαλούσαν σωματική και ψυχολογική εξάρτηση (Sarason & Sarason 1996). Σήμερα, όπως μας εξηγεί ο καθηγητής Κος Σκαπινάκης τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται συγκεκριμένα για την ΙΨΔ είναι γνωστά ως αναστολείς της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (Serotonin Reuptake Inhibitors), και το πρώτο στην αγορά ήταν το τρικυκλικό αντικαταθλιπτικό Κλομιπραμίνη που στο εμπόριο είναι γνωστό ως Anafranil. Στη συνέχεια κυκλοφόρησαν και άλλα παρόμοια φάρμακα που ήταν ακόμη πιο εκλεκτικά για τη σεροτονίνη γι’αυτό και ονομάστηκαν εκλεκτικοί αναστολείς της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης. Τα φάρμακα αυτά είναι γνωστα στο εξωτερικό με τη συντομογραφία SSRIs από τις λέξεις Selective Serotonin Reuptake Inhibitors. Στη χώρα μας κυκλοφορούν τα εξής: η φλουοξετίνη με το εμπορικό όνομα Ladose, η παροξετίνη με το εμπορικό όνομα Seroxat, η φλουβοξαμίνη με το εμπορικό όνομα Dumyrox, και η σερτραλίνη με το εμπορικό όνομα Seropram.

Μεγάλες μελέτες έδειξαν ότι περισσότεροι από το 75%των ασθενών με ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή μπορούν να βοηθηθούν από τα φάρμακα αυτά τουλάχιστον σε αρκετό βαθμό, και 50% των ασθενών μπορούν να βοηθηθούν πάρα πολύ. Τα φάρμακα αυτά μειώνουν την ένταση τόσο των ιδεοληψιών όσο και των ψυχαναγκασμών. Οι βελτίωση των συμπτωμάτων δε φαίνεται συνήθως αμέσως αλλά μπορεί να πάρει ακόμα και ένα μήνα ή και περισσότερο. Εάν ένας ασθενής δεν απαντήσει σωστά σε ένα από τα φάρμακα αυτά ή εμφανίσει μη αποδεκτές παρενέργειες, μπορεί να βοηθηθεί από άλλο φάρμακο αυτής της κατηγορίας. Μελέτες επίσης διεξάγονται για ασθενείς που εμφανίζουν μικρή μόνο ανταπόκριση, με σκοπό την προσθήκη στο βασικό φάρμακο και άλλων φαρμάκων που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη δράση του. Τέλος να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή χρησιμοποιούνται και στη θεραπεία της κατάθλιψης. Ωστόσο υπάρχουν πολύ περισσότερα αντικαταθλιπτικά τα οποία δε λειτουργούν στην ΙΨΔ. Επίσης τα φάρμακα αυτά εμφανίζουν ειδικό αποτέλεσμα έναντι των συμπτωμάτων της ΙΨΔ δε θεραπεύουν απλώς την κατάθλιψη που μπορεί να τη συνοδεύει.
Τα φάρμακα λοιπόν προσφέρουν σημαντική βοήθεια στον έλεγχο των συμπτωμάτων πολύ συχνά όμως εάν ο ασθενής τα διακόψει, μπορεί να συμβεί υποτροπή. Για το λόγο αυτό ακόμα και όταν τα συμπτώματα είναι σε πλήρη ύφεση μερικοί ασθενής έχουν ανάγκη των φαρμάκων για μεγάλο χρονικό διάστημα, μερικοί ακόμη και δια βίου ( Kaplan & Santock 1996).

Update cookies preferences