Παιδιά με κοινωνικά φοβία (επίσης ονομάζεται και κοινωνική αγχώδης διαταραχή) παρουσιάζουν μια έντονη και διαρκή φοβία αναφορικά με το να νιώσουν ντροπή ή αμηχανία σε κοινωνικές καταστάσεις, ή κατά την επίδοση τους σε μια δραστηριότητα, ή όταν η κατάσταση απαιτεί να μιλήσουν μπροστά σε κοινό ή στην τάξη, να μπούνε σε μια συζήτηση, να φάνε να πιούνε ή να γράψουν σε κοινή θέα. Τα συναισθήματα άγχους σε αυτή την περίπτωση προκαλούν σωματικές αντιδράσεις όπως, ταχυπαλμία, τρέμουλο, εφίδρωση, διάρροια, κοκκίνισμα και μυϊκή τάση. Κάποιες φορές είναι πιθανή μια κρίση πανικού σαν ακραία συνέπεια.
Τόσο οι έφηβοι όσο και ενήλικες αναγνωρίζουν ότι οι αντιδράσεις τους είναι υπερβολικές, αλλά αυτό δε φαίνεται να μειώνει το φόβο τους. Τα παιδιά ωστόσο είναι πιθανό να μην αντιλαμβάνονται την αντίδραση τους ως υπερβολική αλλά φοβούνται ότι οι άλλοι παρατηρούν το άγχος τους και τα θεωρούν παράξενα και περίεργα.
Τα πολύ μικρά παιδιά δεν μπορούν να διατυπώσουν με σαφήνεια τους φόβους τους, αλλά μπορεί να ξεσπούν σε κλάματα, να κάνουν πείσματα, να παγώνουν, να γαντζώνονται από τους γονείς, να παρουσιάζονται ως εξαιρετικά συνεσταλμένα, να αποτραβιούνται από την επαφή με τους άλλους, και να στέκονται στην άκρη σε μια κοινωνική εκδήλωση. Μπορεί να μένουν πίσω στο σχολείο, ή να αποφεύγουν το σχολείο εντελώς. Να μην παίρνουν μέρος σε κοινωνικές δραστηριότητες ακόμα και με παιδιά της ηλικίας τους. Η αποφυγή των καταστάσεων που προκαλούν φόβο ή ανησυχία, μπορεί να διαρκεί για εβδομάδες και να έχει άμεση παρεμβολή στην καθημερινή ζωή του ατόμου. Μπορεί να βρίσκουν ακατόρθωτο να μιλήσουν σε κοινωνικές εκδηλώσεις ακόμα και παρουσία ενός οικείου προσώπου.
Η κοινωνική φοβία είναι ένα φαινόμενο με συχνότητα από 3 έως 13% ανάλογα με το πόσο ισχυρός είναι ο φόβος και σε πόσες διαφορετικές καταστάσεις προκαλεί άγχος (Black 1997). Και σύμφωνα με το DSM-IV η πλειονότητα των ατόμων που υποφέρουν από τη διαταραχή είναι θηλυκού γένους. Επίσης η διαταραχή μπορεί να διαρκεί για μια ζωή ή να μειώνεται σταδιακά ή ακόμα και να εξαλείφεται με την πάροδο του χρόνου κάτι που φαίνεται να εξαρτάται κατά πολύ από τα γεγονότα της ζωής και το υποστηρικτικό περιβάλλον.
Τα αίτια της κοινωνικής φοβίας είναι σύνθετα. Και σε αυτή την περίπτωση διαπιστώνεται η συμμετοχή γενετικών παραγόντων όσο και αναπτυξιακών συνθηκών. Οι σκέψεις των παιδιών είναι καταστροφικές όπως «θα γίνω ρεζίλι», ή «φαίνομαι κουτός». Οι σκέψεις αυτές πυροδοτούν σενάρια και οδηγούν σε αντιδράσεις αποφυγής του ερεθίσματος της κοινωνικοποίησης και με αυτόν τον τρόπο συντηρείται ο φαύλος κύκλος του άγχους τους.
Η κοινωνική φοβία είναι μια από τις πιο συχνές διαταραχές στα παιδία και στους εφήβους αλλά και τους ενήλικες. Και στη συγκεκριμένη διαταραχή η συμβολή της ψυχοθεραπείας αποτελεί έναν τρόπο άμβλυνσης της κατάστασης με στόχο την απώτερη εξάλειψή της.
